“Ναι στα καλά ελληνικά”

Σε μια πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη του στην ιστοσελίδα «Bovary» και στη Μυρτώ Λοβέρδου ο ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Γιώργος Μπαμπινιώτης μίλησε για θέματα γλώσσας και όχι μόνο.

Ενδεικτικά, σταχυολογήσαμε ορισμένα σημεία από τις τοποθετήσεις του κ. Μπαμπινιώτη και  τα παραθέτουμε παρακάτω:

«Η γλώσσα στήνεται και εδραιώνεται στο σχολείο. Η κρίσιμη γλωσσική ηλικία τελειώνει με το δημοτικό σχολείο. Γι΄ αυτό και δίνω έμφαση στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Μετά έχουμε εμβάθυνση, βελτίωση, αλλά από τα δύο ως τα δώδεκα έχουμε βιολογικά την ικανότητα να κατακτήσουμε τη μητρική γλώσσα, αν βοηθηθούμε σωστά και από το σχολείο. Και αυτό μας προσδιορίζει. Ο,τι κενά υπάρχουν εκεί, δύσκολα αποκαθίστανται».

«Δεν είναι δυνατόν ο απλός άνθρωπος να ξέρει ποια είναι τα συνεχόμενα, τα διαρκή σύμφωνα και ποια είναι τα στιγμιαία, ώστε ανάλογα να βάλει ή να μην βάλει το ν. Αλλού ας δώσουμε τη βάση: Πάντως, στην αιτιατική των αρσενικών, και των θηλυκών λέω εγώ, θα πρέπει να μπαίνει το ν πάντοτε -τον κόπο αλλά και τον φόνο. Στην προφορά είναι αλλιώς. Ας χαλαρώσουμε με τα ν κι ας κοιτάξουμε την ιστορία των λέξεων».

«Θα σας πω για το glamour που είναι από τη λέξη γραμματική: Πήραν τη γραμματική και την έκαναν grammatica. Οι Άγγλοι έδιωξαν την κατάληξη και το έκαναν grammar, μετά οι Σκωτσέζοι το έκαναν glammar, glamour και ήταν η γλώσσα της ελίτ. Γιατί τότε δεν την ήξεραν όλοι. Ήταν και λίγο απόκρυφα και μαγικά, γιατί ό,τι δεν ξέρουν όλοι γίνεται λίγο μαγικό. Και πέρασε να είναι η αίγλη….»

«Με ρωτάτε τι σημαίνει να κάνει ένας πρωθυπουργός λάθη στον λόγο του; Εάν ο λόγος πάσχει νοηματικά, εννοιολογικά, τότε είναι πρόβλημα. Και ξεκινάει συνήθως ως προσπάθεια συγκάλυψης και όχι αποκάλυψης μέσα από τον λόγο. Είναι μια διαδικασία fake γλώσσας, επίπλαστης, ψευδούς γλώσσας. Όταν είναι κακή επιλογή μιας λέξης ή ενός τύπου, σημαίνει ότι απαξιώνει τη γλώσσα και δεν προσέχει να έχει μια ποιότητα. Μπορεί να είναι από έλλειψη γνώσης ή από έλλειψη διάθεσης να καλύψει τα κενά της γλώσσας. Και τα δύο είναι προβλήματα. Και το να απαξιώνεις εσύ, που πρέπει να λειτουργείς ως πρότυπο, τη μητρική σου γλώσσα και να πέφτεις σε λάθη και να χρησιμοποιείς τη γλώσσα για συγκάλυψη και όχι για αποκάλυψη».

«Το χειρότερο πράγμα είναι να νομίζεις ότι η σχέση σου με τη γλώσσα τελείωσε όταν τελείωσε και το σχολείο. Έχω μια αιρετική άποψη για την αιτία αυτής της κατάστασης: Η επιφανειακή δομή είναι το οικονομικό. Η βαθειά δομή είναι η μείωση και η πτώση του επιπέδου της παιδείας. Αυτό που έχουμε πάθει σ΄ αυτή τη χώρα τα τελευταία χρόνια, είναι μια καταβύθιση της παιδείας, η οποία έχει τις επιπτώσεις της ευρύτερες. Γιατί η παιδεία διατρέχει τα πάντα, διεισδύει παντού».

«Έχουμε μια εκπαίδευση που στηρίζεται στην πληροφορία εις βάρος της γνώσης και της καλλιέργειας. Τελικά γεμίζουν σωρευτικά τα μυαλά των παιδιών αλλά ψυχικά τα απωθούν. Δεν είναι τυχαίο ότι τα παιδιά δεν αγαπούν το σχολείο».

«Η εκπαίδευση είναι η προϋπόθεση της παιδείας. Η παιδεία είναι κάτι πολύ ευρύτερο, είναι τα διαβάσματα και τα ακούσματά μας, η αυτομόρφωση πάνω απ΄ όλα. Το χειρότερο πράγμα είναι να νομίζεις ότι η σχέση σου με τη γλώσσα τελείωσε όταν τελείωσε και το σχολείο. Εάν δεν έχεις μέσα σου μια έφεση να οδηγείς τον εαυτό σου σε μια συνεχή πνευματική εγρήγορση, να διαβάζεις, να ακούς, να προβληματίζεσαι, να συζητείς, εάν όλα αυτά δεν τα έχεις, έχεις πεθάνει πολύ νωρίς και δεν το έχεις καταλάβει».

«Έχουμε ένα πρόβλημα ποιότητας στη χρήση της γλώσσας, στα ελληνικά που μιλάμε και γράφουμε. Λύσαμε το γλωσσικό ζήτημα και μείναμε με ένα γλωσσικό πρόβλημα. Δεν είμαστε οι μόνοι. Πού οφείλεται; Ο κυριότερος λόγος είναι γιατί μέσα μας κάπου έχουμε απαξιώσει τη γλώσσα. Θεωρούμε ότι είναι ένα εργαλείο επικοινωνίας. Άρα, τα μιλάω τα ελληνικά. Δεν προβληματίζομαι για το τι ελληνικά ξέρω, αν είναι ποιοτικός, με την έννοια ότι είναι ακριβής, λιτός, αποτελεσματικός και πάνω απ΄ όλα, δηλωτικός ο λόγος μου. Δηλαδή αν αποκαλύπτει τη σκέψη μου. Επομένως έχουμε μια σχέση με τη γλώσσα απαξιωτική. Παλιότερα το να προσέξουν αυτό που λένε και γράφουν, το θεωρούσαν σημαντικό και δούλευαν γι΄ αυτό. Τώρα το θεωρούμε αυτόματο, ό,τι μάθαμε, μάθαμε…»

«Είναι χαρακτηριστικό ότι γονείς στα σχολεία ρωτάνε αν τα παιδιά τους θα μάθουν καλά αγγλικά, και δεν ρωτάνε, ποτέ, αν θα μάθουν καλά ελληνικά, που είναι το όχημα της σκέψης τους. Τους απασχολεί αν θα έχει πισίνα και αθλητικές εγκαταστάσεις το σχολείο. Εμένα με απασχολούν οι αρχές, οι αξίες, οι κανόνες, η αγωγή».

«Εάν δεν θεωρώ τη γλώσσα αξία και δεν αφιερώνω έναν χρόνο να κατακτήσω ποιοτικά τη γλώσσα, αυτό γεννά προβλήματα. Το να πω “ανημέρωτος”, αντί για “ανενημέρωτος”, δεν με ενδιαφέρει πολύ, γιατί είναι λέξεις που ακούγονται σωστές, ενώ δεν είναι. Όλοι κάνουμε λάθη στη γλώσσα».

«Ακούω με μεγάλη προσοχή τα λάθη των ανθρώπων, με ανεκτικότητα και κατανόηση. Ο γλωσσολόγος ξέρει γιατί γίνεται ένα λάθος. Οπως όταν ακούει “ωρίμανση”, ενώ το σωστό είναι “ωρίμαση”, γιατί είναι από ρήμα σε -άζω και όχι από ρήμα σε –αίνω (όπως, θερμαίνω, άρα θέρμανση). Ο γλωσσολόγος είναι ευαίσθητος. Εγώ δεν κουνάω ποτέ το δάχτυλο. Όταν ακούω το λάθος, μου ανακαλεί κυρίως το πρόβλημα ότι δεν μας απασχολεί η χρήση της γλώσσας όσο πρέπει. Η απαξίωση της γλώσσας με ενοχλεί σε ανθρώπους φτασμένους και συγκροτημένους».

 

 

Δεν έχετε άδεια εγγραφής

Ο σύνδεσμος επαναφοράς κωδικού πρόσβασης θα αποσταλεί στο email σας

X